Ουάν ρέινι ντέι*
Τελικά, παίζει οι (λιγοστές) βροχερές μέρες στη πόλη να είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες. Με το που αρχίζει να ψιχαλίζει, αλλάζει άρδην η ψυχολογία των διαβατών. Επικρατεί ανησυχία, ένταση, βιασύνη. Η προσοχή τους στρέφεται στο να προστατευτούν από τη μπόρα και δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο τι συμβαίνει γύρω τους. Οι κραδαίνοντες ομπρέλα δεν προσέχουν καν τους μη έχοντες που προσπαθούν να ισορροπήσουν κάτω από κάποια προεξοχή. Είναι δε ακόμη πιο αστείο όταν οι «ομπρελούχοι» συγκρούονται μεταξύ τους περνώντας ο ένας δίπλα στον άλλον.
Εκεί που ψάχνεις στη τσάντα σου να βρεις εναγωνίως εκείνη την καταραμένη ομπρέλα, εμφανίζεται ξαφνικά ένα χέρι που σου τη προσφέρει για ντύο ευρώ. Οι γωνίες δια μαγείας και σε χρόνο ντε-τε έχουν γεμίσει από συμπαθείς Μπαγκλαντεζιανούς με ομπρέλες για όλα τα γούστα.
Όσο δυναμώνει η βροχή το σκηνικό γίνεται ακόμα πιο θεατρικό. Σαν να βγήκε από ταινία του Ζακ Τατί. Το νερό μαζεύεται μανιωδώς στην άκρη του δρόμου μη μπορώντας να δραπετεύσει εκατέρωθεν και οι πεζοί αρχίζουν να ξετυλίγουν τις δεξιότητες τους στο μπαλέτο ή στο άλμα εις μήκος στην προσπάθειά τους να διασχίσουν το δρόμο. Μικρά ντελικάτα αλματάκια…απ! απ! Που πας κυρά μου με τη γόβα!
Όταν μάλιστα το ρυάκι μετατρέπεται σε ποτάμι που αγγίζει (ναι μα το θεό!) τις διαστάσεις του Ορινόκου, τότε απλά αυτό που σώζει τη κατάσταση είναι μάλλον μια πιρόγα που θα σε οδηγήσει στην απέναντι όχθη, αν δεν σε κόψει “meanwhile” ο διερχόμενος καπετάνιος με το τουτου-χόβερκραφτ. Νομίζω εδώ πως θα είναι φρόνιμο οι ευφυείς προμηθευτές των μικροπωλητών να τους προμηθεύουν και με φουσκωτές πιρόγες, για να προσφέρουν με τη σειρά τους όλα τα κομφόρ στο πελάτη.
Εντός του οδοστρώματος εξελίσσονται κορυφαίες στιγμές της βροχερής ιστορίας. Κορναρίσματα, ακινησία, θολωμένα τζάμια, εσωτερικό βρισίδι και μηχανόβιοι που προσπαθούν να ελιχθούν ως άλλοι road-surfer. Μη τύχη μόνο και αφαιρεθείς ως πεζός την ώρα που περνά δίπλα η αγέρωχη κυρία με τη τζιπούρα της ή το λεωφορείο-μεταγωγικό, γιατί θα κάνεις ένα γρήγορο ντουζάκι, χωρίς καν να χεις μαζί σου το αγαπημένο σου σαμπουάν.
Στις στάσεις ο κόσμος συνωστίζεται κάτω από το στέγαστρο σαν σαρδέλες σε κονσέρβα, ενώ κάποιοι επιμένουν να κρατούν ανοικτές και τις ομπρέλες τους. Σίγα κυρία, με το μπαρδόν; θα μου βγάλετε το μάτι!
Οι καλύτεροι απ’ όλους είναι ασυζητητί οι τετράποδοι φίλοι του δημάρχου; οι σκύλοι. Ο καθείς έχει πιάσει μια ασφαλή γωνιά και δεν του καίγεται καρφί για τους παλαβούς που τρέχουν από δω κι από κει. Ίσως μόνο να ονειρεύονται κάνα καλό κομμάτι ρος μπιφ! Σνιφ!

Πάρα πολύ ωραίο κείμενο! Gefeliciteerd!
Bedankt!